ΔΕΠΥ: Από την Υπερδιάγνωση στην Ουσία


Η Διαταραχή Ελλειμματικής προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) διαγιγνώσκεται περίπου στο 5% των παιδιών σχολικής ηλικίας. Παρά τις αντικρουόμενες απόψεις όσον αφορά την αιτιολογία και την αντιμετώπισή της, η διάγνωσή της συνδέεται ωστόσο με τρία κεντρικά συμπτώματα στη συμπεριφορά του παιδιού:

  1. Υπερκινητικότητα (άσκοπες κινήσεις, αδυναμία να παραμείνει ακίνητο π.χ. στην τάξη)
  2. Διάσπαση προσοχής (δυσκολία επικέντρωσης στις λεπτομέρειες, αδυναμία να ακολουθήσει οδηγίες, αποφυγή δραστηριοτήτων που απαιτούν αδιάλειπτη προσοχή, τάση να χάνει πράγματα)
  3. Παρορμητικότητα (απαντά στις ερωτήσεις πριν ολοκληρωθούν, δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του, έχει μειωμένη αίσθηση κινδύνου, η διάθεσή του μεταβάλλεται συχνά)

Μέιζον διαγνωστικό εύρημα για τη ΔΕΠΥ είναι το παιδί να μην μπορεί να μείνει για αρκετό χρονικό διάστημα σε κάποια δραστηριότητα που το ευχαριστεί, η οποία δεν έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα, όπως το παιχνίδι.

Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί σε καταστάσεις που συνοδεύουν, προσομοιάζουν ή υποκρύπτουν τη ΔΕΠΥ: διαταραχές συμπεριφοράς, διαταραχές άγχους, καταθλίψεις ή ακόμα και ιατρικές καταστάσεις που μιμούνται τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ (π.χ. παθήσεις του θυρεοειδούς). Γι’ αυτό η διάγνωση θα πρέπει να τίθεται με πολύ προσοχή.

Ένα σημαντικό ποσοστό των παιδιών με ΔΕΠΥ χάνουν το στοιχείο της υπερκινητικότητας στην ενήλικη ζωή, μολονότι μπορεί να συνεχίσουν να παρουσιάζουν τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά.

Η ΔΕΠΥ για το παιδί και τους γύρω του

Όταν η ΔΕΠΥ κάνει την εμφάνισή της, υπάρχουν αναπόφευκτες συναισθηματικές συνέπειες που μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού.

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ συνήθως νιώθουν να κατακλύζονται από ενοχές και ντροπή για την ανικανότητά τους να ολοκληρώσουν φαινομενικά απλές καθημερινές δραστηριότητες. Συχνά ξεχνούν υποχρεώσεις, αργούν συστηματικά, δεν οργανώνουν καλά το χρόνο τους, είναι ακατάστατα κοκ. Αυτή η εικόνα οδηγεί σε ένα χρόνιο εκνευρισμό και ένα γενικευμένο άγχος για δραστηριότητες απέναντι στις οποίες νιώθουν απροετοίμαστα (π.χ. διαγωνίσματα).

Είναι φανερό ότι σύνθετες γνωστικές εργασίες δεν είναι εύκολο να επιτευχθούν αν ένα παιδί είναι αφηρημένο, παρορμητικό, αργοπορημένο, απροετοίμαστο και γενικώς έχει ανάγκη από άμεση κινητική δραστηριότητα για να ηρεμήσει.

Είναι επίσης φανερό ότι τα κύρια χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ δεν φθείρουν μονάχα τις επιδόσεις ενός παιδιού στο σχολείο ή στο σπίτι αλλά και τις σχέσεις με τον εαυτό του και τους άλλους.

Θετικές ιδιότητες όπως ασυνήθιστη δημιουργικότητα ή ταλέντα μπορεί να μην εκτιμηθούν επαρκώς λόγω προηγούμενης αρνητικής κριτικής που έχει δεχθεί η συμπεριφορά του παιδιού. Για παράδειγμα, αν το δωμάτιο του παιδιού σας δίνει συνήθως μια εικόνα καταστροφής, οι σχολικές του εργασίες καθυστερούν ή δεν δίνονται ποτέ και οι δάσκαλοί του είναι αναστατωμένοι για την ενδεχόμενη αποτυχία του, μπορεί να μην μπορείτε να νιώσετε υπερήφανοι για τις λαμπρές ιδέες του, τη δημιουργική γραφή ή ζωγραφική του ή την ασυνήθιστη κλίση του για έντονες αλλά επικίνδυνες αθλητικές δραστηριότητες.

Ψυχοθεραπευτικοί Στόχοι για τη ΔΕΠΥ

Στόχος της θεραπείας ενός παιδιού που αντιμετωπίζει τέτοιες δυσκολίες είναι σταδιακά να αναπτύξει μια μεγαλύτερη ικανότητα αναγνώρισης και ελέγχου της συναισθηματικής του κατάστασης, μια ανοχή σε μεγαλύτερα επίπεδα διέγερσης χωρίς να έχει την ανάγκη εκτόνωσης (υπερκινητικότητα) και να εξελίξει την ικανότητα να σκέφτεται επί της εμπειρίας του, δηλαδή να δομεί εσωτερικές ψυχικές αναπαραστάσεις του κόσμου. Να πάψει πια να φοβάται το ενδεχόμενο μιας ψυχικής ακινησίας η οποία είναι η αιτία μιας σωματικής υπερκινητικότητας.

Η ίδια η διαδικασία της αντίληψης είναι ένας τρόπος του Εγώ να διαχειριστεί τη διέγερση, που προκύπτει από τα ανοργάνωτα αισθητηριακά ερεθίσματα, και συνεπώς να προστατευτεί από το να κατακλυστεί από αυτά. Η επιτυχής διαδικασία αντίληψης είναι, λοιπόν, μια διαδικασία ενσωμάτωσης του έξω κόσμου που συνοδεύεται από μια αίσθηση ασφάλειας.